
Κάθε Πάσχα, τα βλέμματα όλης της Ελλάδας και όχι μόνο στρέφονται στον Βροντάδο της Χίου. Ο ρουκετοπόλεμος αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά και μοναδικά έθιμα της χώρας, ένα ζωντανό κομμάτι της τοπικής ταυτότητας που περνάει από γενιά σε γενιά και προσελκύει επισκέπτες.
Και όμως, πίσω από το φαντασμαγορικό θέαμα κρύβεται μια άβολη αλήθεια. Το έθιμο λειτουργεί εδώ και χρόνια σε ένα γκρίζο νομικό καθεστώς. Η κατασκευή των ρουκετών είναι παράνομη, οι ευθύνες ασαφείς και η ασφάλεια για χρόνια είναι το ζητούμενο αλλά ως σήμερα δεν έχει βρεθεί λύση. Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκές κυνηγείτο για μια δράσει που ισορροπεί ανάμεσα στην παράδοση και τη νομιμότητα.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν πρέπει να συνεχιστεί το έθιμο. Το ερώτημα είναι πώς θα διασφαλίσουμε ότι θα συνεχιστεί με ασφάλεια, υπευθυνότητα και νομιμότητα. Η απάντηση δεν βρίσκεται στην απαγόρευση. Βρίσκεται στη θεσμική ωρίμανση.
Πρώτο και βασικό βήμα είναι η επίσημη αναγνώριση του ρουκετοπόλεμου ως στοιχείου άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. Μια τέτοια κίνηση δεν έχει μόνο συμβολική αξία, αντιθέτως δημιουργεί το
απαραίτητο υπόβαθρο για την ανάπτυξη ενός ειδικού νομικού πλαισίου που θα λαμβάνει υπόψη τη μοναδικότητα του εθίμου.
Στη συνέχεια, απαιτείται η δημιουργία ενός σαφούς και ειδικού καθεστώτος αδειοδότησης. Δεν μπορεί ένα τόσο σύνθετο και δυνητικά επικίνδυνο γεγονός να βασίζεται σε άτυπες συμφωνίες και «κλείσιμο
ματιού» από τις αρχές και όταν γίνει η στραβή να αναλαμβάνουν την ευθύνη οι ενορίτες και συνεχιστές του εθίμου και όσοι αποκομίζουν κέρδη από το έθιμο να βγάζουν την ουρά τους απέξω και να περιορίζονται σε παραστάσεις διαμαρτυρίας ή δηλώσεις συμπαράστασης.
Γι’ αυτό πρέπει να καθοριστούν ξεκάθαρα ποιοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής, πού και πώς γίνεται η προετοιμασία, καθώς και οι τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να τηρούνται. Επίσης, η χρονική
διάρκεια και ο τοπικός περιορισμός.
Κομβικό σημείο είναι η κατασκευή των ρουκετών. Η μετάβαση από τις αυτοσχέδιες πρακτικές σε μια πιστοποιημένη διαδικασία είναι αναγκαία. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα αλλοίωση του εθίμου, αλλά
εξορθολογισμό του. Ελεγχόμενοι χώροι, εκπαιδευμένοι τεχνίτες και συγκεκριμένα πρότυπα μπορούν να μειώσουν δραστικά τους κινδύνους χωρίς να αφαιρέσουν τον χαρακτήρα της παράδοσης.
Παράλληλα, τα μέτρα ασφαλείας πρέπει να γίνουν αυστηρά και υποχρεωτικά. Ζώνες προστασίας, ενίσχυση κατοικιών, περιορισμός του αριθμού των ρουκετών και πλήρης επιχειρησιακή παρουσία των
αρμόδιων υπηρεσιών είναι προϋπόθεση.
Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί το ζήτημα της ευθύνης. Η διοργάνωση ενός τέτοιου γεγονότος απαιτεί σαφή κατανομή ρόλων και υποχρεώσεων.
Η ύπαρξη ασφάλισης αστικής ευθύνης και η ανάληψη ευθύνης από έναν επίσημο φορέα όπως ο δήμος Χίου καθώς και η δημιουργία συνεταιρισμού των ενοριών για την διαχείριση και προετοιμασία του εθίμου αποτελούν βασικά στοιχεία ενός σύγχρονου πλαισίου λειτουργίας.
Αναμφίβολα, αυτή η μετάβαση θα απαιτήσει και συμβιβασμούς. Ίσως λιγότερες ρουκέτες, ίσως πιο ελεγχόμενη κατασκευή και διεξαγωγή.
Όμως το δίλημμα είναι θέλουμε ένα έθιμο αυθεντικό αλλά διαρκώς απειλούμενο, ή ένα έθιμο οργανωμένο που μπορεί να επιβιώσει στο χρόνο;
Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι τεχνική. Είναι πολιτική και κοινωνική. Απαιτείται βούληση από την πολιτεία, αλλά και συνεργασία με την τοπική κοινωνία. Οι κάτοικοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως
παραβάτες, αλλά ως θεματοφύλακες μιας παράδοσης που αξίζει να προστατευτεί. Ο ρουκετοπόλεμος δεν είναι πρόβλημα προς εξάλειψη.
Είναι μια ευκαιρία προς αναβάθμιση.
Αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε την παράδοση, οφείλουμε να την εξελίξουμε. Και αυτό γίνεται μόνο με το να περάσουμε από την ανοχή στη νομιμότητα.
Γιώργος Αμέντας

